Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012





ΑΓΑΝΤΑ...

Καθ' οδόν ... στην Κριμαία

Αναρωτιέται ο καταταλαιπωρημένος Ελληνας φαντάρος και αξιωματικός πού θα ήταν προτιμότερο ν' αφήσει το κουφάρι του, στις στέπες και τα λιοτρόπια της Κριμαίας ή στο βούρκο και τη λάσπη του Σαγγάριου στο Εσκί Σεχίρ και Αφιόν Καραχισάρ;
Χτες πετάξαμε στα σκουπίδια έναν δικό μας.
Δεν άντεχε άλλο μια τέτοια ζωή.
Σχεδόν τρία χρόνια λείπει από το σπίτι του και ούτε γράμμα, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση.
Εμεινε μέρες ακίνητος στο χαράκωμα με το βλέμμα του στραμμένο στο Νότο.
Από κει που περίμενε σημάδια ζωής, χτες το πρωί κατέρρευσε από την αναμονή.
Ηταν παγωμένος.
Ενα άσπρο χνούδι χιονιού ζωγράφιζε το πλατύ του μέτωπο και την κατάμαυρη γενειάδα του.
Δεν πέρασε από τη σκέψη μας, να στείλουμε εμείς, εμείς υποτίθεται οι ανώτεροί του, ένα δικό μας γράμμα που να είχε το όνομα της αγάπης του και το δικό του!
Χτες τον πετάξαμε σ' ένα σκουπιδότοπο.
Μαζέψαμε μαραμένα κλωνάρια από ηλιανθούς και τα στολίσαμε ένα γύρω από το παγωμένο του κορμί.
Υστερα κάποιος είπε το «Πάτερ Ημών» και κάποιος άλλος έψαλλε το «Υπερμάχω»...
Ενα «υπερμάχω» για την τιμή και τη δόξα της πατρίδας, σα λύτρωση στην απέραντη ερημιά που τη σκέπαζε η σιωπή...
Οταν πλάι μας ακούστηκε να σκάει ριπή πολυβόλου.
Σκύψαμε όλοι μαζί.
Κι όλοι μαζί γίναμε ένα με το χώμα πλάι στο νεκρό.
Δεν αναπνέαμε... κίτρινα και μουτζαρωμένα σαν του πεθαμένου και τα δικά μας πρόσωπα. Σουρθήκαμε στα τέσσερα.
Ακούγαμε από μακριά αλαλαγμούς και τραγούδια θριάμβου.
Σουρθήκαμε κι άλλο πίσω από έναν αμμόλοφο και τότε καταλάβαμε πως κάποιοι από μας δεν μας ακολούθησαν, πως κάποιοι έλειπαν, πως χάσαμε κι άλλους τρεις φαντάρους.
Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και μπουσουλώντας ψάχναμε να βρούμε το κατάλυμά μας.
Κι όσο περνούσε η ώρα, κι έπεφτε πυκνό σκοτάδι δεν μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε ποιοι από τους φαντάρους μας λείπανε...
Κανείς εκείνο το βράδυ από τον τρόμο και την αγανάκτηση δεν έκλεισε μάτι.
Ηθελα να εξαγνιστώ, να βαφτιστώ σε μια κολυμπήθρα του Σιλοάμ στο ξεροβόρι της χιονισμένης στέπας, στις καινούργιες ιδέες που θα κυριαρχήσουν στον κόσμο...
Να το δεις.
Ενα κονιάκ και λίγες σταφίδες αποχαιρετιστήριο δείπνο στους νεκρούς μας φαντάρους!
Το μόνο που με απασχολεί τώρα είναι ν' απαλλάξω τον εαυτό μου από κάθε λογική σκέψη. Δεν είμαι και δε θέλω να είμαι λογικός.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τρέλα από τη λογική του πολέμου και τα επακόλουθά του.
Η λογική είναι το εργαλείο κάθε υπολογιστή φαυλοκράτη, του κάθε σακατεμένου και εγκληματικού μυαλού.
Ενα συν ένα κάνουν όσα θέλεις, όσα πολλά κρύβεις στην καρδιά σου.
Ολοι όσοι με ακούνε είναι έτοιμοι να με κατασπαράξουν.
Είμαι ξοφλημένος κι ένας ξοφλημένος δεν επιδέχεται κριτική, επιδέχεται οίκτο.
Ενα ρεμάλι μέσα στην καταφρόνια, όπου καρτερώντας θα 'ρθει και η εξιλέωση.
Και εγώ έχω εξιλεωθεί για όλα.
Κι αν πεθάνω, θα πεθάνω αγνός σαν περιστέρι, γιατί όλα όσα είδα κι έζησα εδώ ψηλά στο μέτωπο της Κριμαίας ήταν αρκετά να με απελευθερώσουν.
Βρέθηκα ξαφνικά σ' έναν τόπο και δεν είχα ταυτότητα.
Υποχρέωση μόνο ν' ακούω τις διαταγές ανωτέρων ξεδιάντροπων και αλλοπαρμένων (Γάλλων) αξιωματικών που δε μιλούσαν με μένα την ίδια γλώσσα.
Οταν πελώρια στάθηκε πάνω στο μυαλό μου, το ερώτημα «Τι ζητάω εγώ σ' έναν ξένο τόπο και γιατί είμαι υποχρεωμένος να υπακούω;».
Και αν οι μέρες μου είναι μετρημένες και δεν μου μένει άλλο πολύ να ζήσω, μια και οι περιπέτειες και τα βάσανά μου δεν τελειώνουν εδώ.
Ολα δείχνουν πως ο Γολγοθάς του Ελληνα στρατιωτικού θα συνεχιστεί και σε άλλα μέτωπα, σ' άλλα μακρινά από τη χώρα μας μέρη.
Με άλλους συναδέλφους να πολεμάνε άλλους εχθρούς καθ' υπόδειξη άλλων.
Δεν ξέρω αν για μένα υπάρχει δρόμος επιστροφής, δεν ξέρω αν θα ξανασυναντηθούμε, αν θα ξανασμίξουμε, αν θα τσουγκρίσουμε τα ποτήρια μας πίνοντας στην υγεία μας, πίνοντας στην υγειά της ειρήνης.

Δεν μπορώ να σταθώ όρθιος στα πόδια μου.
Ετσι σκυφτός με γυρτή την πλάτη μου έμαθα να τριγυρνώ στα χαρακώματα.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ να σταθώ στο ύψος ενός ηλιοτρόπιου, ενός καλαμιού, ενός καρπισμένου σιταριού.
Απέναντί μου έχω εξαγριωμένους με τις συμπεριφορές μας μπολσεβίκους, τους φαντάρους του Κόκκινου Στρατού και τους Παρτιζάνους.
Δεν τους γνωρίζω και δεν με γνωρίζουν, ενώ μπορούν να με σκοτώσουν, ενώ έδινα στόχο πετώντας τη σκούφια μου ψηλά, δεν το έκαναν!
Τότε δεν το κατάλαβα, τώρα ξέρω το γιατί.
Ηταν στον τόπο τους κι έδειχναν σεβασμό στον Ελληνα.
Την ελληνική σημαία και τον Ελληνα φαντάρο.
Μας άφησαν να το καταλάβουμε και να φύγουμε και να αποσυρθούμε από μόνοι μας!

Τώρα απέναντί μου έχω τον τουρκικό στρατό, τους Τσέτες και τους Ζαπτιέρηδες.
Τους Τούρκους χωρικούς, κατεστραμμένους και διωγμένους από τα σπίτια τους, τις χήρες γυναίκες, τις χαροκαμένες μανάδες και αδελφές που χάσανε τα παιδιά τους στον πόλεμο. Με τη φρίκη στα μάτια και το μίσος στην καρδιά...!
Για ένα μάταιο πόλεμο που δεν είχαν ιδέα, για έναν πόλεμο που πλήρωσαν με βαριά ανταλλάγματα.
Και δεν ξέρω κι αν μπορώ κι αν πρέπει να τους αντιμετωπίσω.
Στο περίστροφό μου απομείνανε μονάχα πέντε σφαίρες.
Θα κρατήσω την τελευταία για τον εαυτό μου.

Οι πορείες και ταλαιπωρίες μας συνεχίζονται.
Μέσα σ' έναν όλο και πιο αυξανόμενο κίνδυνο.
Μια στάμνα με νερό, έναν κουβά πλάι σ' ένα πηγάδι είναι ό,τι πολυτιμότερο θα μπορούσαμε να έχουμε αυτή τη στιγμή.
Δεν ξέρω ακόμη πόσο θα κρατήσουμε.
Οι δυνάμεις μας μειώνονται και το ηθικό μας πέφτει.
Η προωθημένη γραμμή Εσκί Σεχίρ, Κιουτάχεια, Αφιον Καραχισάρ πριν τον Σαγγάριο, είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να κρατηθεί από έλλειψη πυρομαχικών και τροφοδοσίας.
Γενικά δεν υπάρχει κανένας εφοδιασμός και είμαστε τελείως αποκομμένοι.
Η πίστη μας έχει κλονιστεί και η υπόθεση θεωρείται χαμένη, όσο κι αν οι ανώτεροί μας με λόγους, υποσχέσεις και φωνασκίες που πολλές φορές καταλήγουν σε απειλές, προσπαθούν να μας εμψυχώσουν και να αναπτερώσουν το ηθικό μας.
Μεταξύ τους όμως είναι αμίλητοι και κατηφείς, όσο κι αν προσπαθούν να το κρύψουν.
Ετσι αντιμέτωπος καθημερινά με τον άμεσο θάνατο συνηθίζω στην αναμονή και απομονώνομαι!
Οπως σου έγραψα, για ιερό μου φυλακτό κρατώ ένα περίστροφο με πέντε σφαίρες.
Οταν φτάσω στο απροχώρητο, όταν το τέλος μου θα είναι πιο κοντά, όταν ακούω τις κραυγές να με ζυγώνουν απειλητικά, όταν μου ζητάνε ευθύνες κι εγώ δεν έχω τι να απαντήσω, τότε θα αφεθώ στον τρόμο και τη γοητεία της ρώσικης ρουλέτας.
Θα αφήσω την τελευταία σφαίρα για τον εαυτό μου.
Θα είναι μια πράξη χωρίς ουσία, αλλά περήφανη κι αξιοπρεπής στην εκτέλεσή της.
Και για τον τάφο μου ούτε λόγος.
Οπου πέσω, σε χορτάρι ή σε νερό, σε λάσπη ή σε βούρκο, σε αγκάθια ή σε λουλούδια, στο χιόνι ή τη βροχή, σε ήλιο ή συννεφιά, σε βάλτο ή σε βράχο θα είναι σαν να έπεσα στην ίδια μου την πατρίδα, γιατί θα έκανα - εάν ζούσα - πατρίδα μου αυτόν τον τόπο που θα γινόταν τάφος μου, χωρίς χοές, χωρίς θρήνους, χωρίς τελετές.
Και κυνηγώντας να με φτάσουν πολύ κοντά, λίγο πριν πεθάνω θα πετάξω την τιμημένη μου στολή, τα σειρήτια και τα παράσημα, τ' αστέρια, τις μπαλάσκιες και τα σταυρωτά σπαθιά.
Θα ξηλώσω χρυσά κουμπιά, μανικέτια και επωμίδες από το αμπέχωνο.
Θα μείνω ξέσκεπος με το πουκάμισο ανοιχτό να λαμπυρίζει στον ήλιο ο χρυσός σταυρός!
Οχι σαν ένας ηρωικός και γενναίος αξιωματικός Ελληνας που χάθηκε δοξασμένος στο πεδίο της μάχης για την τιμή και τη δόξα της πατρίδας, αλλά σαν ένας απλός άοπλος άνθρωπος, σαν μια παράπλευρη απώλεια που πλήρωσε με τη ζωή του την αποκοτιά του πολέμου.
Του πολέμου των ξένων συμφερόντων, του πολέμου των ανίερων κατακτήσεων.

Κι όταν ακουστεί το μπαμ κι όλα τελειώσουν, κανείς δεν θα βρεθεί, κανείς δεν θα 'ρθει πάνω από το κεφάλι μου να μου κλείσει τα μάτια και να με κλάψει.
Κανείς δεν θα μου συμπαρασταθεί, δεν θα προσπαθήσει να γιάνει την πληγή μου, ν' ανακαλύψει την αιτία του θανάτου μου...
Ισως μου δώσουν οργισμένοι δυο κλωτσιές.
Ισως με φτύσουν κι από πάνω.
Ισως με πουν άρπαγα και ληστή, πως ήρθα να ληστέψω, να λεηλατήσω τα υπάρχοντά τους, να συλήσω τα όσια και ιερά τους, να βιάσω τις γυναίκες και τις θυγατέρες τους.

Δεν θα σημάνουν σήμαντρα, δεν θα ραγίζανε μάρμαρα από τα κλάματα.
Δεν θα βγάζανε λόγους ηρωικούς και πένθιμους για τα χαρίσματα, τις αρετές και τα όνειρά μου.
Και η κηδεία μου δεν θα είναι σαν μια κηδεία όπως των άλλων ανθρώπων.
Δεν θα μου φέρουν στεφάνια με κορδέλες και στίχους υψηλούς.
Δεν θα με σκεπάσουν με την ελληνική σημαία.
Δεν θα αντηχήσουν εμβατήρια θανάτου.
Δεν θα παραταχθούν λογχοφόροι Ευέλπιδες και αξιωματικοί με μεσίστιες σημαίες.
Δεν θα ακουστούν γοερά κι ακατάσχετα κλάματα και θρήνου των γονιών μου, μήτε της γυναίκας π' αγάπησα τα μοιρολόγια.
Κοπρόσκυλο θα πούνε πως ήμουνα.
Ενας ξένος που μαγάρισε τον τόπο τους.
Ενας πολεμοχαρής κι αφορεσμένος, που μήτε μας ήξερε, μήτε εμείς τον ξέραμε και καμιά δουλειά δεν είχε εδώ στα μέρη μας και στο βιο μας.
Ενας παρείσακτος και τυχοδιώκτης, δράκου και μέγαιρας γέννα.
Απιστος κι αλλόθρησκος, μισητός σαν το διάβολο.
Σε μια γωνιά να με τσουρομαδούν σα σκύλο, να με ξεσκίζουν σαν τα κοράκια.
Να 'ρθουν ύαινες και τσακάλια να γευτούν το μερτικό τους από το πεθαμένο κορμί ενός άχρηστου δολοφόνου...
Ενός μιάσματος.
Κι ύστερα πέτρες κι αγριόχορτα θα καλύψουν τ' απομεινάρια από το κουφάρι μου.
'Η μέσα σε μια ματωμένη κουβέρτα, με το γιατί και την απορία αναπάντητα!
Μ' έναν αριθμό στο μηρό, το βραχίονα ή το στήθος, στην άκρη κάποιου νεκροτομείου στ' αζήτητα.
Με τον καιρό θα περάσω για αγνοούμενος στα αρχεία τους μια και δεν θα ξέρουν ούτε τ' όνομά μου.

Φυλλορροώ μια ακάθεκτη πορεία προς το θάνατο, έχω ακατάσχετη ηθική και πνευματική αιμορραγία, ανάμεικτη με οργή σαν πύον...
Αποδιώχνω και αρνούμαι τη χυδαία και μίζερη ζωή μου, νιώθω βαθιά κουρασμένος με περιορισμένες φυσικές δυνάμεις.
Χρόνια στο κουρμπέτι, διδάχτηκα πολλά.
Εζησα δόξες και ταπεινώσεις.
Αλλά ανήμπορος και νικημένος, όσο μπορώ κι όσο αντέξω θα αντιδράσω.
Πονώ κι όταν ακόμα σκέφτομαι.
Πονώ και λαχταρώ έναν Ηλιο λαμπερό χωρίς σύννεφα, αγέρα δροσερό χωρίς οσμές θανάτου. Αγάπης, Λευτεριάς και Ειρήνης...!

Αλλα κουραγιο...





υσ Κυριακή 22 Γενάρη 2012 Ο Βασίλης Λιόγκαρης γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς πρόσφυγες, εργάτες, πολυφαμελίτες. Εζησε τα παιδικά του χρόνια στη λαίλαπα του πολέμου και της Κατοχής και μεταφέρει τις τραυματικές αυτές εμπειρίες στα γραφτά του. Σπούδασε θέατρο και για ένα διάστημα δούλεψε σ' αυτό. Αργότερα απορροφήθηκε από την παραγωγική διαδικασία και εργάστηκε σε διάφορες βιομηχανίες. Ο Βασίλης Λιόγκαρης είναι συγγραφέας της γενιάς και της τάξης του. Στο έργο του διακρίνει κανείς την πυκνότητα των γεγονότων και καταστάσεων, χωρίς φλυαρίες, με γραφή πλούσια σε περιγραφικότητα, λαμπερή, παρ' όλα αυτά άμεση, καθημερινή και προσιτή στο ευρύ κοινό. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Εργα του: «Συνοικισμός Χαροκόπου», «Η μάνα του καλοκαιριού», «Τι θα γίνει επιτέλους με τη μαμά;», «Το μεγάλο δίλημμα», «Αναζητώντας το χαμένο γάτο» (μυθιστορήματα), «Γλυκοχαράζει στον Ελλήσποντο». Ριζοσπαστης.

8 σχόλια:

  1. Δημήτρη καλησπέρα. Είναι συγκλονιστικός ο Λιόγκαρης εδώ. Το διάβασα και στην εφημερίδα χτες, με ταρακούνησε. Απομόνωσα τις παρακάτω φράσεις:

    «Είμαι ξοφλημένος κι ένας ξοφλημένος δεν επιδέχεται κριτική, επιδέχεται οίκτο.»

    «Τι ζητάω εγώ σ' έναν ξένο τόπο και γιατί είμαι υποχρεωμένος να υπακούω;».

    «Με άλλους συναδέλφους να πολεμάνε άλλους εχθρούς καθ' υπόδειξη άλλων.»

    «σαν μια παράπλευρη απώλεια που πλήρωσε με τη ζωή του την αποκοτιά του πολέμου.
    Του πολέμου των ξένων συμφερόντων, του πολέμου των ανίερων κατακτήσεων.»

    «Φυλλορροώ μια ακάθεκτη πορεία προς το θάνατο, έχω ακατάσχετη ηθική και πνευματική αιμορραγία, ανάμεικτη με οργή σαν πύον...
    Αποδιώχνω και αρνούμαι τη χυδαία και μίζερη ζωή μου, νιώθω βαθιά κουρασμένος με περιορισμένες φυσικές δυνάμεις.
    Χρόνια στο κουρμπέτι, διδάχτηκα πολλά.
    Εζησα δόξες και ταπεινώσεις.
    Αλλά ανήμπορος και νικημένος, όσο μπορώ κι όσο αντέξω θα αντιδράσω.
    Πονώ κι όταν ακόμα σκέφτομαι.
    Πονώ και λαχταρώ έναν Ηλιο λαμπερό χωρίς σύννεφα, αγέρα δροσερό χωρίς οσμές θανάτου. Αγάπης, Λευτεριάς και Ειρήνης...!»

    Είνα αναπόφευκτος ο παραλληλισμός με το σήμερα. Από τον ξοφλημένο, μέχρι τη λαχτάρα για ήλιο χωρίς σύννεφα.

    Έκανες πολύ καλά που το αναδημοσίευσες. Το έχω κι εγώ υπόψη μου για το μέλλον. Να σαι καλά. Καλή δύναμη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Οικοδομε καλησπερα, ποσο ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΧΘΕΣΙΝΕΣ, δυστυχως η ζωη κανει κυκλους θανατου και φτωχειας, οσο οι λαοι δεχονται ενα ανθρωποβορο συστημα, ενα συστημα που για καυσιμα της μηχανης του, εχει την ανθρωπινη σαρκα.
    Εχει σπουδαια εργα κατα καιρους δημοσιευση, ο Ριζος, αλλωστε με ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΜΑΘΑΙΝΟΥΜΕ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. "Κρεας για τα κανονια"....
    Ο απωτερος στοχος...Να καταρρευσει ο ανθρωπος...Σωματικα και ηθικα και να γινει..Ρομποτ...!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Mαστορα καλημερα, βλεπουμε, ακουμε καθε ημερα τις ''ομοβροντιες'' του βαρυ πυροβολικου της ''κυβερνησης'' των τριων, τα γ...καναλα, προσπαθουν να καταρακωσουν την ψυχη των συνανθρωπων μας, με εικονες και λεξεις.
    Πασχιζουν για την ρομποτοποιηση μας...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Θα επανέλθω να το διαβάσω ....έχει μεγάλο ενδιαφέρον!
      Τι μου κάνεις...μ'αυτή την βιασύνη σου!

      Διαγραφή
    2. Δεν τον είχα ξαναδιαβάσει! Πραγματικά η γραφή του καθηλώνει...
      Ενα υπέροχο αντιπολεμικό κείμενο, που κατακεραυνώνει οχι τους απελευθερωτικούς πολέμους αλλά τους επεκτατικούς που γίνονται καθ'υπόδειξιν για τα συμφέροντα άλλων!
      Τι ζητώ εγώ σ'ενα ξένο τόπο να πολεμώ άλλους εχθρούς καθ'υπόδειξιν άλλων!

      Διαγραφή
  5. kariatida62 ανοιγε και κανεναν κυριακατικο Ριζο, εχει ωραια.............................''πραγματα''...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τι να τον κάνω τον Ρίζο? Αφού έχω εσένα και διαβάζω τζάμπα! :P

      Διαγραφή