Τρίτη 2 Αυγούστου 2011











































ΑΓΑΝΤΑ...


ΟΤΑΝ ΛΕΙΠΕΙ Η ΓΑΤΑ ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΤΑ ΠΟΝΤΙΚΙΑ

ΑΠ' Τ' ΑΥΤΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΔΑΣΚΑΛΟ: «Οι περισσότεροι υπουργοί επιχειρούν να βρουν τρόπους για να αναβάλουν, να αποδυναμώσουν ή και να ματαιώσουν μεγάλες μεταρρυθμίσεις, όπως το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων. Είναι ακόμη εντυπωσιακή η άρνησή τους να απολύσουν το πλεονάζον προσωπικό από δημόσιους οργανισμούς που καταργούνται, αφήνοντας τον ιδιωτικό τομέα να απορροφήσει το κόστος της ανεργίας (...) Κυβέρνηση και οι πολιτικοί θα πρέπει να βρουν το αναγκαίο θάρρος και να υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις της χώρας και τις αναγκαίες αλλαγές» (από το κύριο άρθρο στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ).

ΓΙΑ ΝΑ ΗΤΤΗΘΕΙ Ο ΛΑΟΣ: «Εξι άνδρες και μία γυναίκα φαίνεται ότι κρατούν στα χέρια τους τη μοίρα αυτής της χώρας (...) Από την αποφασιστικότητα, την τόλμη και τη φαντασία του κ. Βενιζέλου κρέμεται η Ελλάδα! (...) Ακολουθεί ο κ. Ανδρέας Λοβέρδος. Εχει την υποχρέωση (...) να ξεκαθαρίσει την κόπρο του Αυγείου (...) Επεται ο κ. Γιώργος Κουτρουμάνης (...) γνωρίζει το μέγεθος των ευθυνών του... (...) Ο κ. Γιώργος Παπακωνσταντίνου (...) καλείται να αποδείξει με χειροπιαστό τρόπο ότι δεν ξέρει μόνο να βάζει φόρους (...) Η εξέγερση μιας αμετανοήτως απαιτητικής συντεχνίας, των ιδιοκτητών ταξί, σημάδεψε την έναρξη της θητείας του κ. Γιάννη Ραγκούση (...) Η καυτή πατάτα στα χέρια του είναι τα δημόσια έργα (...) Χιλιάδες άνεργοι περιμένουν από τον κ. Ραγκούση να μη φύγει ούτε ώρα από την Αθήνα αν δεν ξαναγυρίσουν οι μπουλντόζες στα έργα (...) Ο κ. Μιχάλης Χρυσοχοΐδης έχει εισβάλει στον πολιτικό στίβο δαφνοστεφανωμένος εγγυητής της δημόσιας τάξης (...) Η κυρία Αννα Διαμαντοπούλου δίνει τις δικές της εξετάσεις. Το γήπεδο είναι γεμάτο θεατές και η νίκη οδηγεί στο... πρωτάθλημα» (από το κύριο άρθρο στο ΒΗΜΑ).

ΑΛΛΟΥ ΟΙ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ: «"H Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει..." - για να δανειστούμε έναν στίχο του Διονύση Σαββόπουλου - αναδύεται στον φόντο του χρυσού μεταλλίου που κατέκτησε στη Σαγκάη η Εθνική Πόλο Γυναικών (...) Οι διακρίσεις έρχονται όταν προηγείται σκληρή δουλειά, μέθοδος και οργάνωση (...) Το δίδαγμα εκτείνεται πέρα από τον αθλητισμό (...) Είναι, ή τουλάχιστον πρέπει να είναι, οδηγός εθνικής επιβίωσης» (από το κύριο άρθρο στα ΝΕΑ).

ΚΑΠΗΛΕΙΑ: «Αρκούν όμως οι μεμονωμένες νίκες για να δώσουν την αίσθηση του νικητή σε ένα ολόκληρο λαό που καθημερινά παλεύει για την επιβίωσή του; Η κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να απαντήσει, προφανώς γιατί είναι ιδιαιτέρως απασχολημένη να κλείνει τις κοινωνικές δομές τη μία μετά την άλλη: Σχολεία, δημοτικά κολυμβητήρια, παιδικούς σταθμούς, οτιδήποτε λειτουργεί ως φυτώριο για να ανθήσουν τα νέα μυαλά» (από το κύριο άρθρο στον ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΤΥΠΟ).

Χωρίς μισόλογα

Διαβάζοντας το κυβερνητικό ρεπορτάζ στον αστικό Τύπο κινδυνεύεις να λυπηθείς την κυβέρνηση.

Που «δεν θα πάει διακοπές», ενώ ο άκαρδος λαός θα κάνει τα μπάνια του.

«Πολλή δουλειά...

Πολλή δουλειά...

Τα αυγουστιάτικα μέτωπα της κυβέρνησης είναι πολλά και καυτά», έγραφε το σχετικό ρεπορτάζ στην «Ελευθεροτυπία».

Ποια είναι η πολλή δουλειά;

Να δώσει κι άλλους φτηνούς εργάτες στο κεφάλαιο (μέτρα για την ανεργία το λένε), να δώσει νέα φοροπρονόμια στο κεφάλαιο πριν καταλάβει ο κόσμος τη φοροεπιδρομή που έρχεται μήνα το μήνα.

Να κόψει κι άλλο τους μισθούς στους υπαλλήλους του Δημοσίου, και να απολύσει κοντά στους 7.000 υπαλλήλους από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Από κοντά να προλάβει να ψηφίσει το νομοσχέδιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση πριν να υπάρξουν σοβαρές αντιδράσεις και να ξαποστείλει αεροδρόμια και λιμάνια.

Βεβαίως, άμεσα να μπορέσει να τσακίσει τους ταξιτζήδες, πεδίο στο οποίο επέλεξε να κάνει επίδειξη αποφασιστικότητας, ποντάροντας στον «κοινωνικό αυτοματισμό».

Αυτό είναι το κυβερνητικό έργο για το οποίο το ΒΗΜΑ αναγορεύει τους υπουργούς της κυβέρνησης σε Ντ' Αρντανιάν.

Το σύνολο του αστικού συστήματος έχει πέσει με τα μούτρα να προλάβει πριν οργανωθεί για τα καλά η λαϊκή αντίδραση.

Να δημιουργήσει δεδομένα που δύσκολα θα ανατρέπονται.

Προσπαθούν - ακόμα - να καλύψουν τη βαθιά αντιλαϊκή πολιτική τους, μιλώντας για «εθνική προσπάθεια», αξιοποιώντας ως και τη νίκη των κοριτσιών της ομάδας του Πόλο.

Μια ματιά στα σεντούκια τους αποκαλύπτει τον πατριωτισμό τους.

Η Ελλάδα που αντιστέκεται και επιμένει είναι οι άνθρωποι κάθε μέρα στους χώρους δουλειάς, είναι οι άνεργοι που δεν αρκούνται σε ρόλο ζήτουλα.

Οσο τα ψέματα τελειώνουν, όσο σφίγγει ο κλοιός για τα εργατικά δικαιώματα, τόσο πιο αποτελεσματική πρέπει να 'ναι η πάλη.

Κι εδώ κανένας δεν πρέπει να λειτουργεί σαν τον πνιγμένο που πιάνεται από τα μαλλιά του.

Η επίθεση είναι διαρκείας, οι ανατροπές είναι για να μείνουν.

Ανάλογης στόχευσης στο αντίστροφο πρέπει να 'ναι η λαϊκή πάλη.

Ετσι που στην πράξη να μπαίνουν αναχώματα και να κερδίζεται έδαφος για τη μεγάλη ανατροπή.

Με καθαρό το στόχο και για αυτό με ακόμα πιο ισχυρό ΚΚΕ.

Αλλα κουραγιο...




υσ ...για να νικήσει ο λαός
Η κινητήρια δύναμη αντεπίθεσης και ανατροπής είναι το εργατικό κίνημα, η ταξική πάλη, καθώς και η συμμαχία του εργατικού κινήματος με το ριζοσπαστικό κίνημα των αυτοαπασχολουμένων, της φτωχής αγροτιάς, το ριζοσπαστικό κίνημα της νεολαίας και των γυναικών με γραμμή πάλης που η τελική της έκβαση στοχεύει στη λαϊκή εξουσία - οικονομία.
Για να αποκτήσει αυτή τη δυνατότητα πριν απ' όλα το εργατικό κίνημα, και γενικότερα το λαϊκό, απαιτείται ανασύνταξη δυνάμεων, δηλαδή μαζικοποίηση - οργανωτικότητα - πολιτικοποίηση με βάση το σωματείο, τον κλάδο.
Ριζική αλλαγή σε όλα τα όργανα του συνδικαλιστικού κινήματος, παραμερισμός και κοινωνική απομόνωση της εργατικής αριστοκρατίας, να καταδικαστεί στην πράξη ο κυβερνητικός - εργοδοτικός συνδικαλισμός, να δυναμώσει ο εργατικός, λαϊκός διεθνισμός.
Αυτή η ανασύνταξη δε γίνεται αυθόρμητα παρά με τη συνειδητή δράση των μελών του ΚΚΕ και της ΚΝΕ.
Η ισχυροποίηση του ΚΚΕ στην κοινωνία και στο πολιτικό επίπεδο αποτελεί προϋπόθεση για να διαμορφωθεί ισχυρή συμμαχία, με στόχο τη λαϊκή εξουσία και οικονομία».
(από άρθρο στον ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ).

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011













ΑΓΑΝΤΑ...


Κίτρινες ιστορίες

Το παλιό μας Αεροδρόμιο-σε αντίθεση με αυτό το κακέκτυπο του σημερινού Φρανκουφουρτιανού τέρατος με τις μαρμάρινες- είχε τη αειθαλή γοητεία της Καζαμπλάνκα. Άλλωστε μπορούσες πάντα να παραμυθιαστείς, ότι από κάποια γωνιά του θα πεταχτεί ο Χάμφρεϊ να μαλώσει τον Sam γιατί τον παράκουσε και παίζει ξανά το ...απαγορευμένο as time goes by.

Υπάρχει μια ώρα του μαρτιάτικου αθηναϊκού ουρανού, εκεί γύρω στις 6 το απόγευμα, που την αλλαγή μέρας-νύχτας, την διαχειρίζεται ένας προβολέας που αγαπάει πολύ αυτή τη Πόλη. Είναι όσο ακριβώς σούρουπο χρειάζεται.

Παλιό Αεροδρόμιο λοιπόν, μαρτιάτικο σούρουπο με βοριαδακι, και μια σειρά από το κίτρινο που αγαπώ. Τα πράγματα τότε, δεν ήταν όσο ...ευρωπαϊκά και ...εξευγενισμένα είναι στις μέρες μας. «Πιάτσα», σαν κακογερασμένες πόρνες πίσω από την Αθηνάς έκαναν οι «πελάτες» και οι ταξιτζήδες ... διάλεγαν. Δεν ήμουν καθόλου σίγουρη για το ...που πάω, δεν ήμουν καθόλου σίγουρη για το που ...θέλω να πάω, δεν ήμουν καθόλου σίγουρη για το αν πρέπει να ξαναμπώ μέσα στο αεροδρόμιο και να πάω στις ...αναχωρήσεις.

Προχώρησα λίγο πιο περα, στάθηκα λίγο παρακεί, χωρίς να αναμειχθώ στο αλισβερίσι «Πατήσια», «Δάφνη», «Πειραιάς», «έλα εσύ», «δεν χωράνε οι βαλίτσες σου κύριος», «να πάμε πρώτα την κύρια εκεί, σε πάω μετά...αλλού». Εκείνο το πεζοδρόμιο, εκεί που τέλειωνε το ...Αεροδρόμιο και άρχιζε η ...Πόλη, ήταν μια πόρτα, ένα όριο, ΤΟ σύνορο του μέλλοντος μου, και το να στέκομαι πάνω του, μου δημιουργούσε μια στοιχειώδη ασφάλεια στην έρημο των ανασφαλών ...προορισμών μου. Και μέσα στα πλήθη που βοούσαν και αλάλαζαν αναζητώντας μέσο για τον προορισμό- που τυχεροί εκείνοι ήξεραν ποιος είναι, αντίθετα με εμένα που δεν είχα ...ιδέα- ένα κίτρινο σταματάει μπροστά μου και ρωτάει «εσύ που πας;».

«Εγώ;» ρώτησα ηλίθια.

Ο ταξιτζής με κοίταξε με το παραιτημένο βλέμμα που κοιτάς τους ηλίθιους και έγνεψε με το κεφάλι «ναι, εσύ». Κι ανάμεσα στο «πουθενά», στο «δεν ξέρω», στο «σκέφτομαι» που ήταν οι προφανείς μου ...απαντήσεις, απάντησα ...ΕΚΕΙ. «Μπες μέσα» και ...μπήκα.

Είχα μόνο μια μικρή χειραποσκευή, ένα μικρό σακ βουαγιαζ, τίποτα ... μεγάλο, τίποτα... τελεσίδικο. Από τότε βέβαια έμαθα, ότι αν είναι να φύγεις... μην γυρίσεις ποτέ να πάρεις τίποτα ...μεγάλο... Οι ντουλάπες, τα γραφεία, οι βιβλιοθήκες, τα συρτάρια, οι σιφονιέρες, τα κομοδίνα, οι αποθήκες, έχουν ...αφόρητα προσκλητήρια από αναμνήσεις, κόλες μνήμης. Έχουν όλα αυτά που δεν χρειάζεσαι. Έχουν όλα αυτά, που όταν αρχίσεις να σκέφτεσαι τι να πάρω- τι να αφήσω, έχεις ήδη γυρίσει το κεφάλι πίσω. Μην τα ανοίξεις ποτέ. Μην τα κοιτάξεις ποτέ. Οι μικρές αποσκευές ...είναι τελεσίδικες.

Στο πίσω κάθισμα δυο κυρίες τιτίβιζαν κουτσομπολεύοντας το γκρουπ που είχαν συμμετάσχει, τα ψώνια που έκαναν, τις ευκαιρίες που βρήκαν , τα μέρη που είχαν επισκεφτεί, τα σπίτια, τους συζύγους και τα παιδιά που τις περίμεναν. Λίγες φορές ζήλεψα στη ζωή μου κάποιον, όσο αυτές τις δυο κυρίες που δεν τις έβλεπα αλλά τις άκουγα , τόσο ικανοποιημένες, τόσο σίγουρες, τόσο ασφαλείς για τον ...προορισμό τους.

«Εσύ από που έρχεσαι;» με ρώτησε ο ταξιτζής. Από ...... «Ωραία, πολύ ωραίο μέρος» μου λέει. «Ωραίο» άνοιξα το στόμα μου να πω... «Ναι», απάντησα με αυτή την κατάφαση του κουνήματος του κεφαλιού. Ήξερα ότι τόσες μέρες, τόσες ώρες μετά, είχε έρθει η ώρα να σκάσει μέσα μου η καταιγίδα. Και το κλάμα έρχεται πάντα την πιο άκαιρη στιγμή. Κατάπινε. Ανάσανε. Είχε πια σκοτεινιάσει. Βρήκα τα γυαλιά ηλίου και τα φόρεσα.

Όταν αφήσαμε τις κυρίες, ο ταξιτζής χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του προς το μέρος μου, είπε «έλα ρε κοπελιά, δεν μπορώ να σε βλέπω έτσι, όλα θα γιάννουν». Και μέσα σε ένα κίτρινο ταξί, σε αυτό το κίτρινο χελωνίσιο καβούκι ...βγήκε όλο. «Όλα θα γιάννουν».

Σταμάτησε στο περίπτερο, με ρώτησε αν θέλω νερό ή πορτοκαλάδα, ψιθύρισα μέσα σε λυγμούς «τίποτα», αγόρασε νερό, πορτοκαλάδα και μια σοκολάτα. Και με άφησε να κλάψω, να θρηνήσω, να φοβηθώ, να λειώσω, να συνθλιβώ, σταματημένος εκεί στον παράδρομο της Κηφισίας, λίγο μετά το Φάρο Ψυχικού. Μου πρόσφερε σοκολάτα, δεν μπορούσα, έφαγε εκείνος ένα κομμάτι, δίπλωσε την υπόλοιπη, ήπιε από το δικό του το νερό. Αμίλητος. Μου πρόσφερε χαρτομάντιλα από ένα μεγάλο κουτί, και όταν ένοιωσε ότι ...κόπασα, ότι ...άδειασα, ανάψαμε τσιγάρο. Και μου είπε για την γυναίκα του, για το γιο του, για τη νύφη του, για τον εγγονό που δεν ερχόταν τόσα χρόνια μετά, για την δουλειά του, για το χωριό του, για όλα. Μου συστήθηκε. Με είχε δει στην απόλυτη γύμνια μου. Και ...μου συστήθηκε. Δεν ήταν πια ...ξένος. Δεν με ρώτησε τίποτα, μου είπε τα πάντα και κάποια στιγμή με ρώτησε. «Πάμε;». Πάμε... Και με πήγε σε αυτό το ...ΕΚΕΙ, που σε εκείνο το πεζοδρόμιο του παλιού Αεροδρομίου αποφάσισα ότι θα ...πήγαινα. Αποφασισα... γιατι με ρώτησε. Δεν είχα πια κλειδιά. Περίμενε να μου ανοίξουν την πόρτα.


Σε αυτή τη Πόλη, ακόμα κι ο πιο στρυφνός, ακόμα κι ο πιο κουρασμένος και καταταλαιπωρημένος ταξιτζής, όταν σε αφήνει χαράματα στη πόρτα, θα σου πει την ώρα που σου δίνει τα ρέστα «έλα μπες γρήγορα μέσα, σε βλέπω». Και μόνο για εκείνο το προστατευτικό βλέμμα στη πλάτη μου, την ώρα που το αλκοόλ - εξ ου και το αυτοκίνητο κάπου παρατημένο- αρχίζει την ...ανοδική του πορεία, την ώρα που το χέρι ψάχνει απεγνωσμένα μέσα στη τσάντα-αντίσκηνο και ...βρίσκει οτιδήποτε άλλο εκτός από τα κλειδιά ακούγοντας πίσω τον ασθμαίνοντα ήχο της ντηζελομηχανής, οι ταξιτζήδες μου, θα έχουν πάντα την αμέριστη αγάπη μου.

Δεν αγαπώ το κίτρινο χρώμα. Αν θυμάμαι καλά, δεν είχα ποτέ τίποτα κίτρινο. Το μόνο κίτρινο που αγαπώ είναι το χρώμα του ταξί. Και επειδή ξέρουν, καταλαβαίνουν, αφουγκράζονται οι ταξιτζήδες μου, πόσο πολύ τους αγαπώ, με αγαπάνε και αυτοί.

Άλλωστε έχουμε τόσα πολλά κοινά. Αγαπάμε το τιμόνι, αγαπάμε το δρόμο, αγαπάμε αυτή τη Πόλη, αγαπάμε την ανθρώπινη επαφή, αγαπάμε τις ανθρώπινες ιστορίες. Αγαπώ πολύ αυτά τα κίτρινα ελληνικά χελωνάκια που μπορείς να πεις τα πάντα και τίποτα,σε πάνε παντού και πουθενά. Τώρα έχουμε ακόμα κάτι κοινό με τους ταξιτζήδες μου. Σιχαινόμαστε το ίδιο, όλα αυτά τα γραβατωμένα ανθρωπάκια, αυτά τα άθλια αριβιστάκια της πυρκαγιάς, αυτά τα τυπάκια ...μάρκας Ραγκούση..

Αλλα κουραγιο...



υσ ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑ.

Κατερινα σ'ευχαριστω.