Κυριακή, 8 Μαΐου 2011






ΑΓΑΝΤΑ...

ΝΑΥΤΕΡΓΑΤΕΣ

Σε 24ωρη απεργία στις 11 Μάη

Κλιμάκωση με 24ωρες επαναλαμβανόμενες απεργίες από τις 18 του μήνα

Με πανελλαδική 24ωρη απεργία σε όλες τις κατηγορίες πλοίων στις 11 του Μάη και από τις 18 του Μάη 24ωρες επαναλαμβανόμενες απεργίες, οι ναυτεργάτες κλιμακώνουν την πάλη τους διεκδικώντας δουλειά με πλήρη εργασιακά, ασφαλιστικά δικαιώματα και συνδικαλιστική εκπροσώπηση, ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες και, συνολικά, ναυτιλία προς όφελος του λαού, υψώνοντας το ανάστημά τους στην ολομέτωπη επίθεση που έχουν εξαπολύσει σε βάρος τους εφοπλιστές, κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με τη στήριξη των άλλων κομμάτων της πλουτοκρατίας και του ευρωμονόδρομου, προκειμένου να τους μετατρέψουν σε φτηνούς και ανασφάλιστους.

Την απόφαση για το νέο απεργιακό αγώνα των ναυτεργατών, επέβαλαν χτες το πρωί, στη διάρκεια της συνεδρίασης της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΠΝΟ, οι ίδιοι οι ναυτεργάτες που συγκεντρώθηκαν εκεί και τα ΠΕΜΕΝ, ΣΤΕΦΕΝΣΩΝ, Ενωση Μαγείρων (ΠΕΕΜΑΓΕΝ) με τις παρεμβάσεις τους.

Από τους ναυτεργάτες και τους εκπροσώπους των ταξικών ναυτεργατικών σωματείων, στη διάρκεια της παρέμβασης στην ΠΝΟ, αναδείχθηκε η επιτακτική ανάγκη συσπείρωσης, οργάνωσης δυνάμεων ενάντια στην πολιτική της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου, δηλαδή την πολιτική που επιβάλλει στους ναυτεργάτες πολιτική επιστράτευση επειδή διεκδικούν τα αυτονόητα όπως αξιοπρεπείς μισθούς, συντάξεις και επιδόματα, την πολιτική που μετατρέπει τα πλοία σε γκέτα της μαύρης ανασφάλιστης εργασίας και του σύγχρονου δουλεμπορίου.

Ενδεικτική της επιθετικότητας των εφοπλιστών και πώς αυτή ενισχύεται από την αντιλαϊκή πολιτική, είναι η χτεσινή ανακοίνωση που εξέδωσε η Ενωση Επιχειρήσεων Ναυτιλίας, δηλαδή η Ενωση των ακτοπλόων εφοπλιστών.

Η Ενωση «χαιρετίζει» τον πρωθυπουργό για τις δηλώσεις του στη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης του ΣΕΤΕ, σχετικά με την κατάργηση των τελών υπέρ τρίτων από τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια - κατάργηση που χτυπάει αλύπητα το ΝΑΤ και προσφέρει και άλλο ζεστό χρήμα στους εφοπλιστές πέρα από τα όσα κερδίζουν από τις επιδοτήσεις, τις συνεχείς, αβάσταχτες για το λαϊκό εισόδημα αυξήσεις, τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια κ.λπ. και του επισημαίνει: «Η μη επίλυση όμως, των θεσμικών προβλημάτων, όπως αυτά έχουν αναφερθεί και λεπτομερώς επεξηγηθεί εγγράφως από την Ενωσή μας, ή διά πανεπιστημιακών μελετών προς τους εκάστοτε υπουργούς Ναυτιλίας, επιτείνει το μεγάλο πρόβλημα επιβίωσης της ακτοπλοΐας».

Τα θεσμικά είναι η κατάργηση της υποχρεωτικής δεκάμηνης δρομολόγησης και επάνδρωσης των ακτοπλοϊκών πλοίων και έξω από τα ακτοπλοϊκά καράβια - όπως έγινε με τα κρουαζιερόπλοια οπότε έγινε νόμος ο Κανονισμός 3577/92 της ΕΕ - οι ναυτεργάτες με συγκροτημένα δικαιώματα.

Ενώ στο τέλος αναμασάει τα περί «κατάρρευσης των ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών».

ΠΕΜΕΝ, ΣΤΕΦΕΝΣΩΝ, ΠΕΕΜΑΓΕΝ καλούν τους ναυτεργάτες, τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους να συμμετέχουν στην οργάνωση και περιφρούρηση του απεργιακού αγώνα και στην απεργιακή συγκέντρωση του ΠΑΜΕ στον Πειραιά, στις 11 Μάη, στις 10.30 το πρωί στον Ηλεκτρικό Σταθμό.


Ὁ Οὖζος τοῦ Γιάννη Σκαρίμπα

Κάτ’ ἤξερε κι αὐτὸς ἀπὸ σκαριὰ κι ἀµαρτωσές, κατ’ ἤξερε ἀπὸ σουλούπια καὶ καράβια.
Πῶς δένεται ἡ τιρκετίνα καὶ οἱ ράντες, πῶς κόβουνται οἱ γάµπιες καὶ τὰ φλίτσα, πῶς σφίγγουν τὰ ρεφόρσα— ὁ κοῦντρος µπρὲ κι οἱ φίγκοι πῶς σταυρώνουνται— ἄς ἦταν καλὰ ποὺ τἄπαιζε στὰ δάχτυλα, ἂς ἦταν καλὰ ποὔταν ψωµὶ τυρὶ γι’ αὐτόνε.
Ἡ παλιά του ἡ τέχνη ποὔταν καὶ ἡ πρώτη.
Τί νόµιζαν.

Ἐπειδή καθόταν καὶ δὲ µίλαε; Ἐπειδής δὲν τ’ ἄρεσαν τὰ λόγια; Ἦταν ἀπὸ φυσικοῦ του λιγοµίλητος· ἦταν ἀπὸ τὴ µἀνα του κασίδης.
—…Καλά, ἂς σώπαινε ...
Ἂς σώπαινε;
Ναί, µά εἰν' ἀγγούρι τὸ κουτραµπάλµπαρι· εἶναι µανίκι οἱ κουρτελάτσες· δὲν εἶν’ τὸ πήκυ τῆς γκλίζας παῖξε γέλασε.
Δἐν εἶν’ λουκούµι ἡ κοντραµετζάνα νὰ τὸ χάψει.
Εἶναι σόι τὸ βασίλειο.
Θέλει µέτρο καὶ φρόνηση, θέλει τέµπο καὶ τάξη. Μάτι κι ἀφτί. Νὰ ρεουλάρεις, νὰ µετρᾶς, νὰ καρατάρεις µἐ τὸ µάτι.
Ὄχι ἄντε καράβι φχιάχνουµε.
Ἄλλα ’ ν’ τὰ µάτια τοῦ λαγοῦ κι ἄλλα τῆς κουκουβάγιας· ἄλλο παπούτσα νὰ µπαλῶ κι ἄλλο γολέτα νὰ σκαρώνεις.
Καρένα, κοντρακαρένα καὶ σωτρόπι· ὁ Μάρτης κι ἡ σαρακοστή· λογάριασε καὶ µέτρα: Τόσα πόδια ποδόσταµο, τόσα κοράκι πλώρης—γράφε παιδὶ— πλώρη σπαθί, µάσκες, γοφοὶ— λεπίδι· φόδρο χυτό· τουρέλο σὰν καὶ τοῦ Θεοῦ ν’ ἀρέσει.
Ἔχουµ ’ ἑφτὰ καὶ µία παλάµη —πές — τὰ µπόσκα· βάλε ἀρµὸ ἕνα δάχτυλο, βάλε ἄλλο ἕνα χάση, καὶ µέτρα· εἴπαµ ’ ἐφτά—δηλαδή στραβόξυλο—τό παραπέτο ἑνάµισι πουντέλια µονάχα στὸ κάσαρο, µόνο στὴ πλώρη µπουκαπόρτες.
Ἔχουµε λοιπὸν καὶ λέµε ἑφτά…
—…Μπὰ ποὺ κακὸς σκασµό—οός του...
— Σκὰσ-µοοός; (ἑφτὰ καὶ τρεῖς) - Μπὰ ποῦ κακόοός του;— Ἄντε λοιπὸν νὰ δῶ, πῶς θὰ µουδάρεις γάµπιες γιὰ τὴν ὄρτσα.
Πῶς θα σταυρώσεις φίγκους στὸ τραβέρσο, πῶς διάολο θὰ στριγκάρεις µἐ πανιὰ τσιταρισµένα.
Χαχά! τί νόµισες; πῶς εἷν’ µἀλλιὰ τὰ γένια;
Νάχεις σταβέντο τὸν καιρὸ καὶ πρίµα—φούσκα τὰ πανιά σου κι’ ἄντε νὰ δῶ τὸ γύρισµα.
Νὰ καµαρώσω τὴν ἀλέστα σου, νὰ ἰδῶ τὸ µάϊνα στὰ ὄξω τῶν φλοκιῶν σου· πὼς θὰ µπατάρεις τὸ τιµόνι σου, πὼς θὰ µολάρεις τόσα µπράτσα.
Ἢ πού καθόταν καὶ δὲ µίλαε· ἢ πού δὲ τ’ ἄρεσαν τὰ λόγια.
Ἦταν ἀπὸ φυσικοῦ του λιγοµίλητος, ἦταν ἀπὸ τὴ µάνα του κασίδης.
Πῶς καµαρώνει ἡ τιρκετίνα καὶ οἱ ράντες, πῶς χαιρετᾶν τὰ φλίτσα —ὁ κοῦντρος µπρὲ κι οἱ φίγκοι πῶς σταυρώνουνται— ἂς ἦταν καλὰ πού τὰ ’παιζε στὰ δάχτ ....
Θεὲ µου! ψαλίδι γοργοφτέρουγο ἡ γλῶσσα του γλυκολαρύγγιζε ψιλοὺς καηµούς, ἀψὰ µεράκια.
Τὸ Μάη —τὸ Μάη µἐ τὰ λουλούδια του γαλιάντριζε.
Φούσκωνε µέσα του —ἕνας ποταµός— ὁ οἶστρος του, ἅπλωνε τῆς ζωῆς του ὁ οὐρανὸς κι ἐγέλα.
Ὁ Ταρσανάς !...
Λιγνὴ γοργόνα νὰ σκαλίζεις πὰ’ στὴ πλώρη.
Νὰ κάνεις χτένι τὰ φτερούγια της, νὰ κάνεις φίδια τὸ µαλλί της· χλέπι πρὸς χλέπι νὰ κεντᾶς χυτὸ κορµάκι.
Ἔτσι περδικοστήθα, ἀγοροπρόσωπη, µἐ τὸ λαιµὸ χυτὸ —σὰν τ’ ἀητοῦ— µἐ χέρια σὰν φτεροῦγες ἁπλωµένα.
Σὰν τὸ χυµιὸ τοῦ σαϊνιοῦ, νὰ ὁρµάει ἡ ὀµορφιὰ της κατ’ τὸ κύµα!
Ὁ Ταρσανάς!
Τρυπάνι καὶ σκαρπέλο!
Ἡ µυρουδιὰ τοῦ κατραµιοῦ νὰ σοῦ κεντρίζει τὸ µεράκι.
Νά ’ναι στὶς σκάρες των ψυχοῦλες νιόβγαλτες τὰ µπρίκια — µέ δίχως νύχια καὶ φτερὸ ἀητοί: οἱ γολέτες —καὶ νάν’ τὰ ὄκια τους γλαρά, ἔτσι νοσταλγικά, σὰν νὰ βαθιοὶ καηµοί, θαλασσινὰ µεράκια τὰ συµπήραν.
Σὰν τοῦ µικροῦ παιδιοῦ ἡ εὐωδικὴ κορµίλα νὰ σὲ φτάνει, ἡ µύχια µυρουδιὰ τῶν κουφαριῶν τους.
Ἂχ ναί, καρένα, κοντρακαρένα καὶ σωτρόπι· ὁ Μάρτης κι ἡ σαρακοστὴ τόσα πόδια ποδόσταµο, τόσα κοράκι πλώρης· (γράφε παιδὶ) µάσκες, γοφοὶ— λεπίδι· φόδρο, χυτό, τουρέλο σὰν καὶ τοῦ Θεοῦ ν’ ἀρέ...
Φτερὸ ποὺ ἒπαιρν’ ἡ ψυχή του!
Ἁγιόκληµα πολὺ κι ἁγιοδηµήτρηδες ποὺ ἄνθιζε ἡ ἰδέα του κι εὐώδα.
Ὅµως ἡ γυναίκα του τοὔδωσε σιχτίρ.
Τοὔπε νὰ ξεκουµπιστεῖ νὰ τὴν ἀφήνει ἥσυχη στὸ χάλι της.
...Μπὰ ποὺ κακός του χρόοο-νός! Μπὰ ποὺ νὰ τοῦ σάπιζε ἡ γλώωω-σά.
Τί ;
Δἐν τῆς ξεκουµπίζονταν νὰ φύγει.
Κι ἔτσι—ὅπως παντα—ὁ Μπαρµπα-Μιχάλης ξεπόρτισε.
Μιάν ἀγάπη πλατειά, τρυφερή, ὑπεράνθρωπη, ἦταν αὐτὸ ποὺ ἐπλάταινε µέσα του τῆς διανόησής του τοὺς κύκλους.
Ξάνοιγε τῆς καρδιᾶς του τὰ ὅρια κι ἔδινε σ’ ὅλα τὰ πράγµατα µιά µειλιχιότη παράξενη. Συζητοῦσε µαζί τους κι αὐτὸς —διαλέγονταν— σὲ νοερὴ συνδιάλεξη, τὰ προσφωνοῦσε ὅλα µαζὶ κατὰ πρόσωπο.
Τί καλοσύνη τὸν βάραινε, τί καλοσύνη! πόση ὀµορφιὰ τοῦ ξεχείλιζε.
Συχνοπροσκύνα καθὼς πήγαινε, γλυκοχαιρέτα τοὺς γειτόνους του· χρυσὲς κουβέντες διασταύρωνε µἐ τοὺς διαβατικοὺς καὶ τοὺς γνωστούς του.
...Καλή τους µέρα—Καληµέρα τους.
Πῶς τάχαν τὰ παιδιά;
Καλά;
Ἐχαίρονταν.
Τὰ κέφια τους;
Καλά;
Οµοίως, παροµοίως— πάντα καλά.
Ἔτσι ν’ ἀκούει νὰ γίνετ’ ἡ καρδιά του.
Καλή τους µέρα καὶ χρυσή—καλοτατό τους βράδυ .. κι’ αὐτὸς ἐπάγαινε... Ξέρανε πού: στὸν ταρσανά—χαχα (τί γλύκα!) ἂµ ’ ποῦ ἀλλοῦ: στὶς σκάρες.
Πού καλαναρχάει ὁ παπὰς τὸ εὐλοητός; στὴν ἐκλησά—χαχα (τί ἀγγελικότη!) παληὸς παπὰς καλὲ µ ’ κι’ αὐτός.
Κάτ’ ἤξερε ἀπὸ χερουβικὸ καὶ πατερµά, κάτ’ ἤξερε ἀπὸ σουλούπια καὶ καράβια.
Πῶς δένεται ἡ τιρκετίνα καὶ οἱ ράντες, πῶς σφίγγουν τὰ ρεφόρσα— ὁ κοῦντρος µπρὲ κι οἱ φίγγοι πὼς σταυρώνουνται—ἄς ἦταν καλὰ ποὺ τάπαιζε στὰ δάχτ...
Πάντα ἐκεῖ ἔµενε στὰ δάχτ… Ἐκεῖ τὸν ἄφηνε ὁ κόσµος· καὶ τ’ ἄλλα τὰ ἑξακολούθαε µονάχος του· τοῦ ἑαυτοῦ του τὰ διηγόταν...
Πῶς θέλει µέτρο καὶ φρόνηση, πὼς θέλει τέµπο καὶ τάξη·
Κι' ἄφηνε τοὺς ἄλλους νὰ κουρεύουνται.
Μὲ τὸ πλευρὸ ποὺ εἶναι νὰ κοιµῶνται.
Θὰ τὰ θυµόντουσαν τὰ λόγια του αὐτουνοῦ, µά θάν’ ἀργά· θἄρθει καιρὸς ποὺ τὸ περικαλώντας του θὰ πᾶνε· καιρὸς πουλάει τὰ ξύλα…
Μὰ κανεὶς δὲν προσέχει.
Τσαµπουνάει µονάχος του.
Εἶναι ἀκόµα πρωῒ καὶ δὲν ἔχει κέφι ὁ κόσµος.
Τὰ παιδιὰ ἂχ αὐτὰ τὰ παιδιὰ —θὰ κοιµῶνται· εἶναι ἡ ὥρα τοῦ τραίνου κι ἔτσι λείπουν κι’ ἡ λουστραρία κι οἱ µόρτες.
Κι ὁ µπαρµπα-Μιχάλης ξακολουθάει τὸν χαβά του.
Πάντα καὶ τὰ ἴδια τῆς σχωρεµένης κοπανίζει στὸ κόσµο.
…Πώς δὲν ἦταν τὸ πήκι τῆς γκλίζας παῖξε γέλασε, πὼς δὲν ἦταν λουκούµι ἡ κοντροµετζάνα νὰ τὸ χάβαν.
Μαλλιὰ δὲν εἶν’ τὰ γένια· πίσω ἔχει ἡ ἀχλάδα τὴ νουρά.
Ἐκεῖ ὄµως στὸν ταρσανὰ τὸν ἔδιωξαν.
Ἄσκηµο δρόµο τοὔδωσαν οἱ καραβοµαραγκοὶ κι οἱ καλαφάτες.
Μπελὰς τοὺς εἶχε γίνει τῶν ἀνθρώπων, τσάµικος ταµπάκος.
Αὐτοὶ τσακίζονταν καὶ πάσχιζαν στὶς ἔγνοιες τους κι αὐτὸς τοὺς ἒψελν’ ἀπὸ δίπλα.
...Δἐν ἦταν καρφὶ αὐτὸ ποὺ χτύπαγαν στὸ κάσαρο, δὲν ἦταν µπουντέλια αὐτὰ πού στήριζαν τὸ σκάφος.
Πῶς θὰ φοράρουν τὰ ντιστέκια τους στὸ ρίξιµο;
Πῶς θὰ κατσάρουν τὰ παλάγκα;
Μὰ τί;
Γιὰ ἴσωµα τὸ πέρασαν;
Μπρὲ θέλει µάτι κι ἀφτί, χαρτὶ καὶ καλαµάρι· ἄλλο παπούτσα νὰ µπαλῶ κι ἄλλο...
Οἱ ἄνθρωποι ὑποµέναν.
Τὸν ἔπαιρναν µἐ τὸ καλό τους, τοῦ µίλαγαν µἐ τὸ γλυκό:..
Μπρὲ τζάνε τους, µπρὲ µάτια τους, δὲν ἔπαυε;
Δἐν πάγαινε καὶ παρακάτω;
Δἐν τοὺς ἀπαρατοῦσε στὸ µεράκι τους;
Μπρὲ µπρὲ µπελᾶς πασαµεριάτικος...
Αὐτὸς τὸ γουδὶ τὸ γουδοχέρι· εἶδε γιαλὸ ποὺ ἀρµάτωναν ’να κότερο καὶ καλανάρχιζε τὰ ἴδια.
...Ἀχού—ου ἀρµαδόρο πού στὸν πέτυχαν!
Ἀποκοπή τὸν εἶχαν ἢ µἐ µἐροκάµατο;
Στραλιέρες ἦσαν κεῖνες ἢ χαµούρια;
Τὸν εἶχαν τουλάιστο δέσει µἐ συµβόλαιο, µήν ἒκαν’ ἔτσι καὶ τοὺς φύγει;
Γιὰ διὲς βιλιάρης γιὰ καµάρωµα!
Γιὰ διές... γαµπρὸς γιὰ σύρτα φέρτα!
Αυτός ἀρώταε κι αὐτοὶ —στὸ θεὸ ποὺ πεστεύαν— ἂς τοῦ λέγαν: Ἂν ἦταν ἄλµπουρο ἐκεῖνο τὸ πρυµιὸ ἢ βάσανο· ἂν ἦταν τσιµπούκι τ’ ἄλλο ἐκεῖ πέρα, ἢ ἀγγλίτσα.
Μπρὲ τὸν τσοπάνο!
Ἄµ ’ πού στὸν ψώνιζαν;
Ματί;
Κότερο ἀρµάτωνε ἢ τραµπάκουλο;
Μπὰ πού κακός του χρόοο—νος!
Ἔτσι µωρὲ κρεµιέται ἡ µαΐστρα;
Φτοὺ σκουληκοµερµηγκότρουπα!
Πῶς δένεται ἡ τιρκετίνα καὶ οἱ ράντες, πῶς χαιρετᾶν τὰ φλίτσα— ὁ κοῦντρος µπρὲ κι οἱ φίγγοι πῶς σταυρώνουνται—ἄς ἦταν καλὰ ποὺ τάπαιζε στὰ δάχτ...
Τὸν ἔδιωξαν µἐ τὶς σπρωξὲς τὸν πῆραν ἀπὸ κεῖθες: «Ὄξω, τοῦ λένε καὶ τὸν σκούντηξαν σιχτὶρ γεροµπεκρή, ἀλανιάρη.»
Καὶ νὰ σπρωξὲς καὶ νά, ἀπ’ τὸ σακάκι τὸν τραβάγαν ὥς ποὺ τὸν ἐξεκούµπισαν.
Ἐκεῖ στὸ ὕψος τοῦ µὀνοπατιοῦ ἐστάθη· ἕνα παιδάκι ἀπὸ παρέκι τὸν ἀγνάντευε.
Ἔτσι καθὼς τὸν εἶχαν ξεστηθώσει ἔβλεπες στὶς φοῦσκες τῶν βυζῶν του, ζωγραφιστὴ τὴ Χαλκίδα ἀπ’ τὴ µιά µεριά, τὸ κάστρο τοῦ Καράµπαµπα ἀπ’ τὴν ἄλλη.
Βύθισε τὴ µατιά του στὸν Εὐβοϊκό, ἄφησε ἕνα βογκητὸ µέσ’ ἀπ’ τὰ στήθια.
Ἡ ἀφροθάλασσα, τὰ σύγνεφα, οἱ γλάροι!
Τί ὡραῖον ποὺ τὸν εἶχε κάµει ὁ Κύριος τὸν κόσµο µας!
Βαθιὰ ἀρµενίζαν τὰ πλεούµενα, λικνίζονταν καράβια καὶ ψυχοῦλες.
Ἕνας γλυκοφυσάµενος λεβάντες, φούσκωνε τὰ πανιὰ τῶν καραβιῶν, τὰ κύµατα τῆς θάλασσας.
Καὶ νάν’ τόσο κακοὶ οἱ ἀνθρῶποι!...
Τὸν ξέσκισαν αὐτοὶ οἱ καραβοµαραγκοί.
Τὸν ἀποπῆραν σὰν σκυλί.
Ὅπου τὸν ἄδραξαν τὰ χέρια τους, τὸν πόναε τὸ κρέας του σὰν σάπιο.
Ἄνω— κάτω τοῦ κάµανε τὰ ροῦχα.
… Νά, αὐτὸ τὸ παιδὶ ἐκειαδά, θἄχε καλὴ καρδιά· θὰ τὸν λυπόταν τὸ καηµένο.
Ἄ τὰ παιδιά!
Ὁ Κύριος! «ἄφετε τὰ παιδία ἐλθεῖν πρὸς µε».
Ποῦ νἄξερε νἄχε στὴ τσέπα του λίγα φουντούκια ...
Μπρὲ σὺ ...ἔλα δῶ...
—…Οὐ—ζόοοοο τοῦ ἀπάντησε ἐκεῖνο καὶ τόβαλε στὰ πόδια Οὐ—ζόοοοο… γκζίτ.
Ἄχ, τί φωνή!
Ὁ µπαρµπαΜιχάλης τάχασε, δὲ πίστευε στ’ ἀφτιά του... ὁ δαίµονας, τὸ εἶδες: φτοὺ τρισκατάρατε ...
Περίλυπος τράβηξε πρὸς τὰ κάτω.
Τοῦ Θεοῦ τὰ δῶρα µἐ τὰ ὡραῖα ὀνόµατα —ὁ ταρσανάς, ἡ θάλασσα, ὁ λεβάντες— µοιάζαν σὰ µαχαιριὲς δίχως πονέµατα, ἤσαν ’να τραγούδι χωρὶς τόνο.
Μόνο οἱ πληγὲς του ἦσαν ἐξαίσιες· µόνο τὸ ἀναστάτωµα τῶν ρούχων του ἤτανε τέλειο. Ἦταν ἡ λύπη του ἀριστούργηµα!
Καὶ κείνη ἡ φωνὴ τοῦ γαβριά, τί ἄνθος! οὐ—ζόοο.. γκζίτ.
Εἶδες κοψά;
Εἶδες πῶς φούσκωσαν οἱ φλέβες στὰ λαιµά του;
Ὁ µπαρµπαΜιχάλης θύµωσε.
«Σκασµὸς» ἔβαλε µιά φωνὴ καὶ σταµάτησε.
Δείχνει τὶς γροθιές του στὸν οὐρανό, τρίζει τὰ δόντια του· φοβερίζει τὸν κόσµο: τσογλάνια...
Ξαναρχίζει σιγὰ σιγὰ νὰ πηγαίνει.
Κουτσαίνει· τὸν πονεῖ τὸ ποδάρι του, ἄχ…
Παρακάτω ἐκεῖ, διασταυρώνεται µ ’ ἕναν παπά.
Ὁ παπὰς πάει µπροστά, τὸν ἀκλουθάει ἕνα χαµίνι ξυπόλυτο.
Ὁ παπὰς κρατάει τὰ πετραχήλια τυλιγµένα καὶ τὸ βαγγέλιο, παραµάσχαλα· τὸ χαµίνι ἕνα θυµιατὸ στὸ δεξί του: Θὰ πααίναν ν’ ἁγιάσουν στὸν ταρσανὰ καµιὰ σκάρα.
Ὁ Μιχάλης θυµᾶται τὴ γόπα του· ψάχνεται.
Ἱδρώτας κυλάει µέσ’ στὰ χαράκια τοῦ µούτρου του· τέλος τὴ βρίσκει—τήν εἶχε στὸ θαλάµι τοῦ κούκου του.
Ὁ παπὰς καθὼς προσπερνάει τὸν κοιτάζει· τὸν ξέρει.
Μόλις ἀνθίζει ἕνα τραγίσο χαµογελάκι στὸ χείλι του.
.. .Σιχτὶρ τραγογένη…
Τὸ παιδὶ τὸν κοιτάει καὶ κεῖνο.
Ἀκλουθάει τὸν παπά, µά ἔχει τὰ µάτια του, σ’ αὐτόνε· ἀστράφτει ἡ µατιά του, λαµποκοπάει τὸ ὕφος του.
...Οὐ—ζό, τοῦ σφυρίζει σιγά, νὰ µήν τ’ ἀκούσει ὁ παπάς· ὁ Μιχάλης τοῦ γνέφει... µπρέ σὺ ἔχει τὸ θυµιατήρι φωτιά;
Καὶ τοῦ δείχνει τὴ γόπα.
Τὸ πρόσωπό του στρογγυλό, µασκαρένιο, ἀπαίσιο, λάµπει σὰν κοτρώνα στὸν ἥλιο· κάνει ἕνα βῆµα κουτσὸ πρὸς τὰ µπρὸς κι’ εἶναι ἔτσι σὰν νὰ ζητάει σωτηρία.
....Οὐζζζ—όπ... τοῦ ξαναλέει τὸ παιδὶ σφυριχτὰ καὶ τὸν θυµιατίζει ἀπ’ ἀλάργα· καπνὸς —σὰν µιά ἄσπρη τούφα— ἀνεβαίνει.
...Νά, τσογλάνι τοῦ κάνει αὐτὸς καὶ τοῦ στέλνει —σὰν µία µπόµπα ποὺ σκάει στὸν ἀέρα— τὴν µιά παλάµη του φάσκελα, ζαµάν—φου, ἐδῶ σὲ γράφω...
Κόβει —καθὼς πάει κούτσα κούτσα— τῆς γόπας τὸ καύκαλο, ξεσκλάει τὸ χαρτί, τρίβει τὸ καπνὸ µέσ’ στὶς φοῦχτες.
Οὔφπ… ρουφάει µἐ τὴ µύτη του… οὔφπ.. καὶ τ’ ἄλλο τὸ µπατάρει στὸ στόµα.
Κάνει Αµ—ψέ! καὶ φτερνίζεται µιά, κι’ ἀπὲ πάει µασώντας.
Μιά ἀκαθόριστη, µιά σκοτεινὴ ἐπιθυµία τοῦ γαργαλάει τὴν ὕπαρξη, τοῦ ἐρεθίζει κάτι λεπτότατα κέντρα.
Κάτι εἶναι ποῦ θέλει µά τί;
Ἀκριβῶς δὲν τὸ ξέρει.
Ὅµως τὸ διαισθάνεται γύρω του διάχυτο, ἄπιαστο ἀόρατο, ἔτσι νὰ πάλλεται στὸ φῶς στὸν ἀέρα.
Πόσο ραφιναρισµένο ποὺ εἶναι τὸ γοῦστο του! πόσο ἐκλεπτυσµένη πού ἔχει τὴ σκέψη! Νά, σχεδὸν τὸ ὀσµίζεται…
Βλαστηµάει καὶ φτύνει.
Εἶναι τὸ φτύµα του κίτρινο, εἶν’ ἡ βλαστήµια του ὕψος...

Ἄντε µπρέ... σὲ τὰ-µᾶς;

Λέει στὸ βρόντο µονάχος του, γιὰ νὰ πεῖ κατιτίς, ἔτσι γιὰ νὰ βρεῖ στὴ κλίµακα τῆς ψυχικῆς του κατάστασης ἕνα ντουζένι ἀπαράµιλλο, µία ἐξαίσια νότα... ντὸ-ρὲ µἰ.
...Ζαµάν-φού, δῶ σᾶς γράφω...
Ἐκεῖ πρὸς τὸ βάθος τοῦ δρόµου, εἶναι ἡ ταβέρνα τοῦ Σπάρου κι ἀπ’ ἀντικρυά του λευκότατη ἡ πολιτεία ἁπλώνεται.
Τῶν ἐκλησσῶν της οἱ κολῶνες ὑψώνουνται σὰν λαµπάδες στὸ φῶς.
Ἡ Χαλκίδα, ἡ Ἱερουσαλὴµ τῶν καηµῶν του!
Κι εἶν’ αὐτὸς ἕνας ἀπ’ τοὺς πολλούς της προφῆτες.
«Ἰδοὺ ἐπὶ τῶν παλαµῶν µου σὲ ἐζωγράφισα· τὰ τείχη σου εἶναι πάντοτε ἐνώπιον µου».
Τὰ κάστρα της, ὁ Καραµπαµπᾶς της, οἱ τροῦλοι της.
Τὰ σχολειὰ της, τὸ Δηµοτικό, τὸ Γυµνάσιο.
Κι’ αὐτὸς εἶναι µόνος.
Τὸ θέατρο τοῦ κόσµου κενό.
Χίλια ἀγγελούδια µἐ µάτια σπιρτόζικα λὲς πὼς τ’ ἀκούει νὰ διαβάζουν.
Πού-α-πά, ποὺ-ι-πί=παπί.
Κι ἀπὲ πώς τοῦ χαµογελοῦν πονηρά, τὸν κοιτάζουν.
Προχωρεῖ.
Εἶναι µαἰτρ, τὸ αἰστάνεται.
Μόν’ αὐτὸν κατακαίει ἡ φλόγα τοῦ µπρίου του —µἰας ἀσύλληπτης µαστοριᾶς ἡ φωτιὰ— µόν’ αὐτὸν ἀφιονίζει ἕνας οἶστρος.
—Ἄντε µπρὲ σὲ τὰ µᾶς; καὶ τραβάει.
Μέσ’ στὴν πόλη τὸν ὑποδέχονται χάχανα.
Ἂχ τί πόλη!
Εἶναι ὅλοι τους «κατιφέδες» οἱ λοῦστροι της, εἶναι τὰ µαθητούδια της «πόντοι»... ὁ οὖζος παιδιά...
Ἀαό! Ἀαό!
Οὐ ζόοοοο... νιάρρρρ…
—Ρέ Λαλάκιιιιι ... ρὲ Ντὶ-νόοοο, ἅρπαξε του τὴ σκούφια µὠρέεεε…
—Μωρή Μάχη, µωρήηηη... ἀπὸ δῶ, θὰ σὲ πιάσει.
—Ἄς τούρχεται κύριος... γκζίτ...
Λαός.
Ναζαρέτ.
Σιλωάµ!
«Ἐὰν ἐπιλάθωµαί σου Ἱερουσαλήµ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιὰ µου· κολληθείη ἡ γλώσσα µου τῷ λάρυγγί µου ἐὰν µή σοῦ µνησθῶ»…
Μὰ καθώς, ὅσο πάει, πυκνώνει ἀπὸ διαβόλους —ὅλο καὶ πιὸ µαγκιόρους—ὁ κύκλος του, ὁ µπάρµπα-Μιχάλης πάλι ρεθίζεται: Νά, τσογλάνια... καὶ φέρνει καὶ τὶς δύο παλάµες στὰ σκέλια του...
Ζαµάν-φού, δῶ σᾶς γράφω...

Αλλα κουραγιο...





υσ ΟΙ 100 ΜΕΡΕΣ ΠΕΡΑΣΑΝ ... ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ENTATIKH ...ΠΑΜΕ ΜΑΖΙ !

4 σχόλια:

  1. Tα τέλη υπερ τρίτων στα ακτοπλοικά εισιτήρια καταργήθηκαν αλλά το εισιτήριο ακρίβυνε!

    Ανοίγει σιγά-σιγά ο καιρός! Να μην αρχίσουν κι'αυτοί τις απεργίες τους?
    Πώς θα χτυπήσω εγώ το κεφάλι μου και θ'αναφωνήσω την τύφλα μου την μαύρη, που διάλεξα καιρό να πάω λίγο στο νησάκι...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Kariatida62 καλημερα.
    Οι εφοπλιστες εχουν ''ξεχασει'' οτι οι περισοτεροι προορισμοι ''πατανε'' στο παλιο κολπο της αγονης γραμμης και οι τιμες των εισιτηριων τοσες δεκαετιες ανεβαινουν εχοντας βαση αυτο το τρικ.
    Τωρα τους αδικεις γραφοντας οτι ανοιγει ο καιρος και κανουν απεργια, ασε οτι ετσι βαζεις το λιθαρακι σου στον ''πολεμο'' μεταξυ τον διαφορετικων επαγγελματων, αυτο που κανουν χρονια οι αλητες των κυβερνησεων.
    Σε οτι απεργια εχει γινει απο την γσεε εχουν παρει μερος, τις ''ξεχασες'' τις αναρτησεις ''μου''???

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλησπερα.
    Ξερεις πως αποκαλουσε ο Μπαρμπα Γιαννης τους σημερινους ''ΚΑΝΑΠΕΔΑΤΟΥΣ';;;;;
    ΑΛΟΥΒΡΕΧΗΤΕΣ!!!!!!!!!!!!!!
    Μη λησμωνεις την ΕΚΔΡΟΜΗ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Tasoyla καλημερα, ευστοχος, ο μπαρμπα Γιαννης.

    Το εχω στο μυαλο μου, το πανεκδρομικο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή