Σάββατο, 16 Απριλίου 2011



ΑΓΑΝΤΑ...

«Μπάτε σκύλοι αλέστε...

Χρονογράφημα του Κ. Βάρναλη

- Ελα δω, ραγιά, που σε διατάζω.

- Και ποιος είσαι του λόγου σου, που λες ραγιά. Ελα συ εδώ.

- Κύριός σου είμαι. Ομολογιούχος. Πέσε!

- Και για ποιόνε με πήρες; Για Ελληνικό Κράτος;

- Πού το βρήκες το Ελληνικό Κράτος; Εμείς οι ξένοι είμαστε κράτος.

Κράτη εν κράτει, ομολογιούχοι, Ούλεν, Πάουερ, διομολογήσεις, ετεροδικίες, "σύμβουλοι"...

- Κι από μένα τι ζητάς;

- Να πλερώσεις!

- Τι να πλερώσω; Δεν ξέρω τίποτα.

- Ξέραν οι πρόγονοί σου πριν από εκατόν τριάντα χρόνια... Εθνικοί άνδρες ήσαν, εθνικά δάνεια κάνανε χάρις σ' εμάς τους... φιλέλληνες!

- Ποια δάνεια; Τα πλερώσαμε δέκα φορές ως τώρα.

Μας χρεώνατε χίλιες λίρες και μας δίνατε στο χέρι εκατό. Οχι μονάχα μια φορά. Πάντα!

Τρεις το λάδι τρεις το ξύδι κι έξι το λαδόξυδο.

Η προμήθεια, τ' ασφάλιστρα, τα χρεώλυτρα, οι μεσιτείες, οι προκαταβολές των τόκων τρώγανε τη μάννα.

Μ' αυτά τα πρώτα δυό "εθνικά δάνεια" φέρατε την Ελλάδα στα "πρόθυρα της καταστροφής".

- Δε σηκώνω κουβέντες. Πλέρω και βιάζομαι...

- Να κάνεις τι;

- Αμ' το ξέρεις από άλλοτες και συ κι οι όμοιοί σου... Η τιμή είναι ανώτερη από κάθε αδυναμία... Μπορείς δε μπορείς, πρέπει να μείνεις τίμιος... Υπόγραψες, νεαρέ μου, και θα τα "κυλίσεις"!

- Και το αίμα που εμείς χύσαμε για σας;

Είναι φτηνότερο από το δικό σας το χρυσάφι, που δε μας το δίνατε κιόλας;

Για τη δικιά σας την αυτοκρατορία και τα δικά σας τα πετρέλαια και για τα δικά σας τα κεφάλαια χύσαμε το αίμα μας, στην Ουκρανία, στη Μικρά Ασία, στην Αφρική...

Και στον τόπο μας! Τι ζητάτε τώρα από τους πεθαμένους;

- Πλέρω!

- Δεν έχω!

- Εχεις και παραέχεις. Οταν μπορείς να πετάς τα λεφτά σου από το παράθυρο, θα πει πως έχεις!

- Δε μούμεινε λάδι.

- Θα σφίξουμε λιγάκι το μάγγανο και θα βγάλεις. Θα βγάζεις, όσο και να σε στίβουμε.

Κι όσο περισσότερο σε στίβουμε και βγάζεις, τόσο περισσότερο γίνεσαι άγγελος της ελευθερίας, διότι δεν σου μένει... κουκούτσι να νογάς τι σου γίνεται και τι σου μέλλεται...

- "Ουκ, αν λάβεις παρά του μη έχοντος".

- Θ' αγοράζεις ψωμί και θα το τρώω εγώ με τους εμμέσους φόρους.

Πού θα μου πας;

Και άκουσ' εδώ ένα πράγμα.

Αν δεν βάζαμ' εμείς όλα μας τα δυνατά η δικιά σας η ολιγαρχία θα είχε εξαφανιστεί.

Αυτή μας χρωστάει και την ύπαρξή σου!

- Τη δικιά μου;

- Και βέβαια! Από σένα θα πάρει για να δώσει σ' εμάς. Η μια ολιγαρχία στην άλλη...

Ετσι γίνεται πάντα. Οι λαοί δίνουν και το αίμα και το χρήμα κι οι ολιγαρχίες παχαίνουν...

- Φεύγεις ή δε φεύγεις;

- Κουτέ. Οσο μακρύτερα φύγω, τόσο περισσότερο θα τρέχεις για να με πλερώσεις.

Δούλε!...

Αλλα κουραγιο...



υσ Ό λόγος του, η στάση ζωής του, επηρεάζουν τους νέους και είναι ο αγαπημένος "δάσκαλος" και ο "οδηγητής" για μια ολόκληρη γενιά προοδευτικών ανθρώπων και λογοτεχνών. Η τέχνη του είναι στρατευμένη δεν θέλει να χαϊδέψει τα αυτιά, θέλει να ταράξει. Είναι στρατευμένη δίπλα στους ταπεινούς και τους κατατρεγμένους. Είναι στρατευμένη στην ελευθερία , στη δικαιοσύνη ,στην ειρήνη.
Ο φιλοσοφικός του στοχασμός είναι λεπτός και ο λυρισμός του και η αισθητική του καλοδουλεμένα αλλά όταν χρειάζεται είναι σαρκαστικός. Ο καταγγελτικός του λόγος είναι σφυρί, λέει τα πράγματα με το όνομα τους.

8 σχόλια:

  1. Τι εγινε;;;
    Τη χρονομηχανη πηρε ο Μεγαλος μας, και ηρθε εδω, μας ειδε, και μας την λεει;;;

    Γαμοτο...

    Μας κοιτανε, απο κει πανω...

    Κι εγω που νομιζα, οτι την ξεφτιλα μας, δεν θα την εβλεπαν αυτοι....

    Καλο Πασχα φιλε...Να σαι καλα...!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το χρονογράφημα του Βάρναλη πάντα
    επίκαιρο.
    Μα δεν βλέπω και κανέναν σύγχρονο
    ομότεχνο του να γράφει κάτι παρόμοιο.
    Ο Βάρναλης ήταν μοναδικός!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Γεια σου Δημήτρη, λοιπόν ο μπάρμπα Κώστας ήταν και εκτός των άλλων γνωστός γυναικάς.Τι να κάνουμε αγαπούσε το ωραίο φύλλο.Κάποτε λοιπόν τον ρώτησε κάποιος εκεί που έπιναν το κρασάκι τους:
    [..] Ποιο είδος γυναίκας παρουσιάζει περισσότερα θέλγητρα;
    Και κείνος ετοιμόλογος καθώς ήταν απάντησε:
    _" Τ' αλλουνού " !

    Να και κάτι ακόμη από τον Μπάρμπα Κώστα Βάρναλη.

    Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμιση ώρα της νυχτός.
    Κι άν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός
    μπρος στο κάθε τραπεζάκι. -"Γειάσου Κωσταντή βαρβάτε!"
    -"Καλησπερούδια, αφεντικά, πως τα καλοπερνάτε;"
    Ένας σου 'δινε ποτήρι κι άλλος σου 'δινεν ελιά.
    Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπηλειά.
    Κι αν σε πείραζε κανένας -αχ εκείνος ο Τριβέλας!-
    καμώσουν πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας.
    Χτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνος μπρος, χρόνια μετά...
    Η ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.
    Τάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;
    Αχ, πούσαι νιότη, που 'δειχνες πως θα γινόμουν άλλος!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Μαστορα καλησπερα, ευτυχως που μας ''κοιτανε'' απο εκει οι ''επανω'', γιατι αν περιμεναμε απο τους εδω κατω...............................ζητω που καηκαμε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Frezia καλησπερα, οι συγχρονοι, εχουν ''αλλες'' δουλειες, κοκτειλ παρτυ και διασκεδαστες στους πλουσιους, κατι σε.............................γελωτοποιους φερνουν...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Β.Β καλησπερα, δεν σου ''ξεφευγει'' τιποτα.
    Το ειχε το ''κουσουρακι'' του, ο μπαρμπα-Κωστας.

    ΕΞΑΓΝΙΣΜΟΣ

    Άσειστα ολόγυρα τειχιά
    και μεις του σκοταδιού στοιχειά.
    απάνου στον ψηλό ουρανό.
    πότε πουλάκι να περάσει
    πότ’ έν’ αστέρι να φανεί,
    ή πότε η πόρτα ν’ ανοιχτεί,
    φίλος ρακί κρυφά να μπάσει
    να μπάσει τον ψηλό ουρανό!

    Ήταν ο Τσόκλης ο γκαβός,
    ο Κωτσιαράς ο παλαβός,
    ο Λέτσος με τη μαχαιριά,
    μπουλούκι από μουστακαλήδες,
    που με ζουνάρι απολυτό
    περάσανε στον κόσμο αυτό,
    μπεκρήδες, κλέφτες, χασικλήδες,
    που τέλος πάντα η μαχαιριά.

    Όξω μας ήταν οι καλοί!
    Λουλούδια, μυρουδιά, βιολί.
    τα κοριτσόπουλα οι κυρές,
    γαζετατζήδες, γαλονάδες,
    μπαγκέρηδες με τον παρά,
    καραβοκύρηδες με ουρά.
    κατήδες, έμποροι, παπάδες,
    τα κοριτσόπουλα, οι κυρές

    Μα ξάφνου ο αγέρας ο μαβής
    τη ρίζα μιας ζωής βουβής
    ήρθε να σκίσει, τρανταχτά:
    Πόλεμος άναβε στη χώρα.
    Κανόνια, αλόγατα, σπαθιά,
    Η πιο ψηλή κι η πιο βαθιά,
    μέσ’ στην καρδιά μας, μπήκε γνώρα
    βροντόλαλα και τρανταχτά.

    Πήρε κι εμάς ο ποταμός!
    –Χαρά και φόβος και θυμός! –
    Κι όλοι φωνάξανε μαζύ:
    Πάρτε κι εμάς να σκοτωθούμε
    για την Ιδέα τη λαμπερή
    (κορώνα και φτερά φορεί!)
    κι όταν νικήσουμε θαρθούμε
    στο Μεντρεσέ ξανά μαζύ…

    Ε!... να μας βλέπατε εδεκεί
    πώς με τη ρέγκα στο σακκί
    και με διαμάντια στην καρδιά
    χυνόμαστε σαν τους πετρίτες,
    βαράγαμε ζερβά-δεξιά,
    (θέληση, δύναμη κι αξιά)
    αρκουδιαρέους γουρνομύτες,
    πάντα σταυρό, πάντα καρδιά.

    Φωτιά στα σπίτια, στα δεντρά,
    φαρμάκι στα γλυκά νερά,
    (ιδέα και λύσσα ιδανικές!)
    ανοίγαμε παλιές κασέλες,
    ασήμια αρπάζαμε, προικιά,
    και την κοπέλα τη γλυκιά,
    νεκρήν του φόβου, με μασέλες
    ξεσκίζαμεν ιδανικές!...

    Μανάδες, φουντωτές μηλιές
    αδειάζαμέ τους τις κοιλιές,
    και στον αέρα το χρυσό,
    τινάζαμε με δυναμίτη
    γεφύρια σιδερογραμμές…
    Αξέχαστες ιερές στιγμές!
    Ω! πόλεμε δικαιοκρίτη,
    άστρο στα μέτωπα χρυσό!

    Και σα γυρίσαμε στητοί,
    πιστοί σε λόγο κι αρετή,
    της λευτεριάς κοπέλια εμείς,
    της λευτεριάς την άγιαν ώρα
    μας εχαρίσαν. Το νερό
    έσβυσε το αίμα των χεριών
    κι είμαστε τίμιοι ανθρώποι τώρα
    και με παράσημον, εμείς!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Απ τις καλύτερες αναρτήσεις σου!!! Και συμπληρωμένη απο τα καλύτερα σχόλια!!!

    Υ.γ. Κουσουράκι βρε Δημητράκη λες,την αδυναμία που είχε ο κυρ-Κώστας στις γυναίκες???

    Μνήσθητί μου Κύριε!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Kariatida 62, παταξον μεν, ξαναματαδιαβασον δε, ''κουσουρακι''[sic], οπως το λεμε τωρα οι Ευρωπαιοι, στα ''λαικα'' τον λεμε.........................δεν ''ριχνω'' το επιπεδο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή